Γ ΟΠΩΣ… ΓΚΡΟΤΟΦΣΚΙ, ΓΙΕΡΖΙ

, , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,
0

Γι’ άλλους είναι ο πατέρας του σύγχρονου θεάτρου και γι’ άλλους ο σκληρός θεωρητικός του, ο οποίος μετέβαλε τα δεδομένα, ελευθέρωσε τους ηθοποιούς από τα περιττά κατ’ αυτόν κουστούμια, το μακιγιάζ, τα φωτιστικά εφέ και όλα αυτά που πίστευε ότι τον αποξένωναν από το ίδιο του το έργο αλλά και από το θεατρικό κοινό. Ο Πολωνός θεατρικός διδάσκαλος και σκηνοθέτης Γιέρζι Γκροτόφσκι γεννημένος στις 11 Αυγούστου του 1933 υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ανανεωτές του θεάτρου. Ζει τα γεγονότα του Β’ παγκοσμίου πολέμου, εξαιτίας του οποίου βιώνει τη διάσπαση της οικογένειάς του. Σπουδάζει στην Ανώτατη Θεατρική Σχολή της Κρακοβίας απ’ όπου και αποφοιτά το 1955. Επεκτείνει τις σπουδές του, ασχολούμενος παράλληλα με τη σκηνοθεσία στη Μόσχα. Εκεί δέχεται τις βασικές επιρροές της θεατρικής του πορείας. Την περίοδο 1956-1960 συνεχίζει να σπουδάζει στην Κρακοβία, ενώ αναλαμβάνει και καθήκοντα σκηνοθέτη στο τοπικό θέατρο της πόλης Opole.

Όρισε τη ζωή του μέσα στα πλαίσια της αυτοέρευνας, φέροντας μέσα του μια συνεχή αμφιβολία κι όχι ένα δόγμα, στοιχείο ορατό στην καλλιτεχνική του έκφραση. Η διαρκής αναζήτηση τον οδηγεί στη δημιουργία του Θεατρικού Εργαστηρίου (Laboratorium), μέσω του οποίου αποπειράται να δώσει νέα διάσταση στη τέχνη του ηθοποιού. Οι προτάσεις του αναφορικά με τη θεατρική σκηνή και παρουσία, επεξεργασμένες και διορθωμένες, αποτέλεσαν ένα «προφορικό» βιβλίο με τίτλο «Για ένα φτωχό θέατρο». Δημοσιεύεται το 1968 και μεταφράζεται σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, μεταξύ των οποίων και τα ελληνικά. Σήμερα αποτελεί για κάποιους τη «Βίβλο» του θεάτρου.

Tο «φτωχό θέατρο», όπως ορίζεται από τον Γκρότοφσκι βασίζεται στην απογύμνωση του ηθοποιού από κάθε τεχνικό μέσο και την εξάλειψη του συγκεκριμένου χώρου παράστασης. Τον ηθοποιό και το κοινό συνδέει μια διαδραστική σχέση, δίνοντάς τους την ευκαιρία για άμεση επαφή και κάνοντας συνάμα τους θεατές βασικά μέλη της παράστασης. Ο εκάστοτε ηθοποιός έχει την απόλυτη δύναμη να μετατρέψει το χώρο γύρω του στο θεατρικό δυναμικό παρόν που επιθυμεί, βάσει των δυνατοτήτων και της αμεσότητας των αισθήσεών του. Ο Γκροτόφσκι, την τάση του για τη σωστή δόμηση του ηθοποιού-υποκειμένου θα την ερμηνεύσει ως εξής: «Ενδιαφέρομαι για τον ηθοποιό γιατί είναι ένα πλάσμα ανθρώπινο. Το ενδιαφέρον αυτό προϋποθέτει δύο βασικά σημεία. Πρώτον τη συνάντησή μου με ένα άλλο πρόσωπο, δηλαδή την επαφή, το αμοιβαίο συναίσθημα κατανόησης ή εν συντομία, την υπερνίκηση της μοναξιάς μας. Δεύτερον μια απόπειρα να κατανοήσουμε τον εαυτό μας μέσω της συμπεριφοράς του άλλου, βρίσκοντας ξανά τον εαυτό μας μέσα του…».

Επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του Ντιρκέμ και του Νίτσε αναζητά τον υπεράνθρωπο μέσω της σκηνοθετικής του ματιάς. Καταργεί τα προκαθορισμένα όρια δράσης και διάδρασης του θεάτρου, καθώς, και τα σύνορα ανάμεσα στο συνειδητό και το υποσυνείδητο, τη ψυχή και το σώμα το νέο και το παλιό. Οι ηθοποιοί στο ‹‹φτωχό θέατρο›› του Γκρότοφσκι φτάνουν σ’ ένα επίπεδο εξομολόγησης, ειλικρίνειας, αυστηρότητας και κατανόησης των δικών τους μέσων. Μέσα από τον μύθο, ο άνθρωπος, το άγνωστο άτομο που αποτελεί αναγκαιότητα του κόσμου του θεάτρου, οδηγείται, σύμφωνα με τον θεωρητικό, στην κάθαρση. Ο Γκροτόφσκι, εξίσου επηρεασμένος από το έργο του Στανισλάφσκι, θεωρεί ότι φέρει το σύστημα του τελευταίου σε νέες διαστάσεις, καθώς, ισχυρίζεται πως στις μεθοδικές ερωτήσεις κλειδιά που τοποθετεί ο Στανισλάφσκι, ο ίδιος φτάνει σε νέες λύσεις: «Ο καθένας όμως πρέπει να βρει τον δικό του δρόμο. Αυτό που θα απομείνει μετά από εμένα δεν πρέπει να είναι μια προσπάθεια μίμησης αλλά υπέρβασης. Κατά τον ίδιο τρόπο κι εγώ δεν θέλησα να μιμηθώ τον Στανισλάφσκι αλλά να ψάξω αυτό που μπορεί να συμβεί ύστερα από αυτόν. Μια έρευνα δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί σε μία μόνο ζωή».

Ορίζει δέκα αρχές για το Laboratorium με βάση την πεποίθησή του, ότι ο ηθοποιός είναι δημιουργός και δημιούργημα ταυτόχρονα. Βασική προϋπόθεση για την καλλιτεχνική διαδικασία θεωρεί την πειθαρχία και την επιμελή εργασία. Στο αποκορύφωμα της καριέρας του, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο Πολωνός δημιουργός αποφάσισε να εγκαταλείψει τις δημόσιες παραστάσεις, κι απόλυτα συνειδητοποιημένος γι’ αυτό δηλώνει:«Κατά βάθος είμαι ένας καλλιτέχνης, αλλά πριν απ’ όλα είμαι ένας άνθρωπος της έρευνας, ένας ερευνητής. Είναι αυτή ακριβώς η ιδιότητα που με πάθιαζε ακόμη και τον καιρό που έδινα παραστάσεις».

Την τέχνη του δε χειροκρότησαν όλοι, διότι πολλοί τον θεώρησαν προκλητικό και συγκέντρωσε αντιδράσεις. Αναγκάστηκε να μετακινηθεί γι’ αυτό στις ΗΠΑ το 1982. Ο πατέρας του σύγχρονου θεάτρου πεθαίνει στις 14 Ιανουαρίου του 1999 στα εξήντα έξι του χρόνια από λευχαιμία, αποτεφρώνεται και σύμφωνα με τη θέλησή του η στάχτη του σκορπίστηκε στην Ινδία, όπως διασκορπίστηκε και το έργο του σε όλον τον κόσμο σημειώνοντας μια τομή στην ιστορία του θεάτρου και θέτοντας τη θεατρική δημιουργία υπό νέα διάσταση.

[via]

Leave a Reply